Καντουρί: «Ο Μιρτσέα με έπεισε να μείνω το καλοκαίρι του 2018»

Συνέντευξη στο sport-fm.gr παραχώρησε ο Ομάρ Ελ Καντουρί, με τον πρώην χαφ του ΠΑΟΚ, o οποίος πέρσι το καλοκαίρι αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, να μιλάει μεταξύ άλλων για τον κόσμο του Δικεφάλου, τους συχνούς τραυματισμούς του και το ποιος τον έπεισε να παραμείνει στην Τούμπα το καλοκαίρι του 2018.
Πηγή: paok24.com
Καντουρί: «Ο Μιρτσέα με έπεισε να μείνω το καλοκαίρι του 2018»
Photo Credits: @PAOK FC

Συγκεκριμένα, ο Μαροκινός μέσος είπε:

Για το τι θα έλεγε στους οπαδούς του ΠΑΟΚ:

«Αυτό που θα έλεγα στους οπαδούς του ΠΑΟΚ είναι, πρώτα απ’ όλα, ευχαριστώ για τη στήριξη που δίνουν πάντα στην ομάδα. Ακόμη και στις δύσκολες στιγμές, φυσικά ήταν θυμωμένοι, αλλά το γήπεδο ήταν σχεδόν πάντα γεμάτο. Πάντα στήριζαν την ομάδα, εντός και εκτός έδρας. Νιώθω λίγο άσχημα που δεν μπόρεσαν να δουν όλες τις δυνατότητές μου. Όμως πάντα έδινα τα πάντα για αυτή την ομάδα και για αυτά τα χρώματα. Αγάπησα τον ΠΑΟΚ και εξακολουθώ να τον αγαπώ. Δεν είμαι άνθρωπος που το δείχνει πολύ στα social media ή στα γήπεδα, αλλά εγώ ξέρω τι νιώθω για αυτή την ομάδα.

Ελπίζω μια μέρα να τους ξαναδώ. Στο ποδόσφαιρο όλα μπορούν να συμβούν. Θα ήταν όνειρο να επιστρέψω εκεί, ως προπονητής ή ίσως ως αντίπαλος. Ποτέ δεν ξέρεις. Το πρώτο πράγμα που θα τους έλεγα είναι ευχαριστώ. Και να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που κάνουν, γιατί σε όλη μου την καριέρα είναι πιθανότατα οι καλύτεροι οπαδοί που είχα ποτέ».

Για το αν έφτασε κοντά στο να φύγει από τον ΠΑΟΚ το διάστημα που φορούσε τα “ασπρόμαυρα”:

«Μετά την πρώτη χρονιά, παραλίγο να φύγω από τον ΠΑΟΚ. Ήταν η πρώτη μου χρονιά εκτός Ιταλίας, είχα τραυματισμούς και ήταν μια δύσκολη στιγμή για μένα. Η Πάρμα, από τη Serie A, με ήθελε. Ήταν δύσκολο και για την οικογένειά μου. Η γυναίκα μου, στην αρχή, είχε κάποιες δυσκολίες γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει αγγλικά, οπότε θέλαμε να επιστρέψουμε στην Ιταλία.

Όλα ήταν έτοιμα, αλλά ο Μιρτσέα Λουτσέσκου με πήρε τηλέφωνο και με έπεισε να μείνω. Οπότε έμεινα και αυτή ήταν η χρονιά που κατακτήσαμε το νταμπλ. Άρα ήταν καλό που έμεινα. Μετά είχα κάποιες ευκαιρίες, αλλά ένιωθα καλά στον ΠΑΟΚ και η ομάδα δεν ήθελε να φύγω. Αν είχα νιώσει ότι ο ΠΑΟΚ ήθελε να με αφήσει να φύγω, θα είχα φύγει. Αλλά πάντα ήθελαν να μείνω. Ένιωθα καλά εκεί και γι’ αυτό έμεινα έξι χρόνια».

Για το τι εκτιμάει περισσότερο στη σχέση του με τους οπαδούς του ΠΑΟΚ:

«Η σχέση μου με τους οπαδούς του ΠΑΟΚ ήταν αγάπη και κάποια απογοήτευση από τη δική τους πλευρά (γέλια). Από τη δική μου πλευρά, όμως, ήταν πάντα αγάπη. Μπορούσα να καταλάβω την απογοήτευσή τους λόγω των τραυματισμών μου. Ήταν φυσιολογικό. Ήμουν κι εγώ απογοητευμένος, ήμουν θυμωμένος με τον εαυτό μου. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο.

Πάντα ένιωθα πολλή αγάπη στην πόλη. Όταν περπατούσα στη Θεσσαλονίκη, οι οπαδοί ήταν πάντα θετικοί μαζί μου και η συμπεριφορά τους ήταν πάντα καλή. Πάντα τους σεβόμουν. Ο ΠΑΟΚ έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, η πόλη έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και έτσι θα είναι πάντα».

Για το πότε κατάλαβε πως η ομάδα του νταμπλ μπορούσε να γράψει ιστορία:

«Ήδη από την προηγούμενη χρονιά, πιστεύαμε ότι έπρεπε να είχαμε πάρει το πρωτάθλημα, χωρίς όλες εκείνες τις ιστορίες που ξέρουμε ότι μας επηρέασαν, με την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό στην Τούμπα. Οπότε την επόμενη χρονιά ήμασταν έτοιμοι. Ήμασταν πεινασμένοι να δείξουμε ότι ήμασταν η καλύτερη ομάδα και το δείξαμε με εκπληκτικό τρόπο.

Στις προπονήσεις όλοι δούλευαν εκπληκτικά. Ο προπονητής αντιμετώπιζε κάθε παίκτη με τον ίδιο τρόπο. Είχαμε ποιότητα, γιατί δεν είναι μόνο θέμα να δίνεις τα πάντα — χρειάζεσαι και ποιότητα. Και εμείς είχαμε εκπληκτικούς παίκτες. Είχαμε την τέλεια ομάδα για να κατακτήσουμε το πρωτάθλημα και να κάνουμε σπουδαία πράγματα. Είχαμε εμπειρία, είχαμε νέους παίκτες, είχαμε έναν πολύ καλό συνδυασμό. Κάναμε μια εκπληκτική χρονιά το 2019».

Για το αν είχε συνειδητοποιήσει τότε τι σήμαινε αυτός ο τίτλος για τον ΠΑΟΚ:

«Το κατάλαβα ακόμη και πριν κατακτήσουμε το πρωτάθλημα, γιατί είχα παίξει στη Νάπολι και είχαμε φτάσει κοντά στον τίτλο.

Ο τελευταίος τίτλος της Νάπολι ήταν τη δεκαετία του ’90, οπότε μπορούσα να νιώσω την πόλη και το πόσο πολύ το ήθελε. Όταν, όμως, το κατακτήσαμε με τον ΠΑΟΚ και είδαμε τους οπαδούς στους δρόμους και στον Λευκό Πύργο, ήταν απίστευτο. Νομίζω ότι μας πήρε πέντε ή έξι ώρες να φτάσουμε από το γήπεδο στον Λευκό Πύργο. Ήταν μια μεγάλη γιορτή. Έβλεπες τον κόσμο στους δρόμους χαρούμενο, να κλαίει. Ήταν μια τρελή βραδιά.

Αυτό είναι οι οπαδοί του ΠΑΟΚ. Ζουν για τον σύλλογο. Όταν τους δώσαμε αυτόν τον τίτλο, ήταν κάτι εκπληκτικό γι’ αυτούς. Αλλά ήταν και υπέροχο συναίσθημα για εμάς να δώσουμε αυτή τη χαρά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους».

Για το αν οι φίλοι του ΠΑΟΚ είδαν την καλύτερη εκδοχή του:

«Στον ΠΑΟΚ δεν είδαν την καλύτερη εκδοχή μου, αλλά σε κάποια παιχνίδια έδειξα τις δυνατότητές μου. Με όλους αυτούς τους τραυματισμούς, δεν ήταν εύκολο. Δεν είχα ποτέ μια ολόκληρη χρονιά χωρίς τραυματισμό και με συνεχόμενη παρουσία. Αυτό είναι δύσκολο για έναν ποδοσφαιριστή.

Όμως ένα πράγμα δεν μπορεί να μου το πάρει κανείς: πάντα έδινα το 100%, στις προπονήσεις και στους αγώνες. Το ξέρουν οι συμπαίκτες μου, το ξέρουν οι προπονητές μου. Ήμουν πάντα ανταγωνιστικός.

Δυστυχώς, λόγω των τραυματισμών, δεν μπόρεσα να δείξω αυτά που συνήθιζα να δείχνω στην Ιταλία. Αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Το αποδέχομαι. Είμαι χαρούμενος και περήφανος για όσα έκανα στον ΠΑΟΚ, ακόμη κι αν ξέρω ότι χωρίς τους τραυματισμούς θα μπορούσα να είχα δώσει πολλά περισσότερα».

Για το αν παρακολουθεί τον ΠΑΟΚ και τη φετινή σεζόν:

«Φυσικά, εξακολουθώ να παρακολουθώ τον ΠΑΟΚ, στην Ευρώπη, στο πρωτάθλημα και στο Κύπελλο. Δεν μπορούσα να δω κάθε παιχνίδι, αλλά είδα κάποια. Ήταν μια περίεργη σεζόν, γιατί είχαν στιγμές που πίστευα ότι μπορούσαν να τα κερδίσουν όλα. Έπαιζαν εκπληκτικό ποδόσφαιρο. Μετά, όμως, είχαν έναν μήνα όπου έπεσαν λίγο. Έχασαν σημαντικά παιχνίδια και άφησαν σημαντικούς βαθμούς, γι’ αυτό και δεν κατέκτησαν το πρωτάθλημα.

Δεν θα έλεγα ότι ήταν μια αρνητική χρονιά. Στην Ευρώπη τα πήγαν καλά. Στο πρωτάθλημα δεν νομίζω ότι ήταν τόσο άσχημα. Ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση ήταν ο τελικός του Κυπέλλου, απέναντι σε μια ομάδα που δεν ήταν καλύτερη από τον ΠΑΟΚ, αλλά πάλεψε πολύ και άξιζε να κερδίσει αυτόν τον τελικό. Ο ΠΑΟΚ ήταν λίγο άτυχος, αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Πρέπει να το αποδεχτείς και να δουλέψεις πιο σκληρά την επόμενη χρονιά για να κερδίσεις τίτλους».

Για τη μεγαλύτερη διαφορά του ποδοσφαίρου στην Ιταλία και του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα:

«Η μεγαλύτερη διαφορά ήταν πιθανότατα ότι στην Ιταλία υπάρχει πολλή τακτική στο ποδόσφαιρο. Έχεις περισσότερο χώρο να παίξεις μέχρι τα τελευταία 30 ή 40 μέτρα. Μέχρι εκεί έχεις περισσότερο χώρο, αλλά μετά είναι πιο δύσκολο να βρεις ανοίγματα. Στην Ελλάδα ήταν λίγο πιο δυναμικό και οι ομάδες που έπαιζαν απέναντι στον ΠΑΟΚ συχνά είχαν 11 παίκτες πίσω από την μπάλα. Οπότε για έναν επιθετικογενή παίκτη δεν ήταν εύκολο να βρει χώρους.

Δεν θα πω ότι το ελληνικό πρωτάθλημα είναι καλύτερο από το ιταλικό, γιατί θα έλεγα ψέματα. Στην Ιταλία η ποιότητα και το επίπεδο είναι υψηλότερα. Αλλά πιστεύω ότι ο κόσμος υποτιμά το ελληνικό πρωτάθλημα. Είναι ένα πραγματικά καλό και δύσκολο πρωτάθλημα. Μετά τον ΠΑΟΚ πήγα στη Ρουμανία και ίσως ο κόσμος πιστεύει ότι Ρουμανία και Ελλάδα είναι στο ίδιο επίπεδο, αλλά δεν είναι. Το επίπεδο στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλότερο σε κάθε τομέα».

Για το το τι του λείπει περισσότερο από τη Θεσσαλονίκη:

«Μου λείπουν τα πάντα από τη Θεσσαλονίκη. Η πόλη, οι άνθρωποι, το φαγητό, η θάλασσα. Έπρεπε όμως να κάνω μια επιλογή. Ήρθα στην Ιταλία για να παίξω την τελευταία μου σεζόν και μετά έπρεπε να μείνω εδώ για τα παιδιά κυρίως.

Το περασμένο καλοκαίρι επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη για δύο εβδομάδες. Όποτε έχω λίγες μέρες ρεπό, προσπαθώ να επιστρέφω, γιατί είναι μια πόλη που έχει μείνει στις καρδιές μας. Ίσως στο μέλλον να ζήσω εκεί — ποιος ξέρει; Προς το παρόν επέλεξα να μείνω στην Ιταλία. Έχω ξεκινήσει την προπονητική και αυτή τη στιγμή είμαστε εδώ. Αλλά μια μέρα θα ήθελα να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη, γιατί έζησα εκεί έξι εκπληκτικά χρόνια».

Για το μέλλον του στο ποδόσφαιρο:

«Το επόμενο κεφάλαιό μου είναι αυτή η νέα περιπέτεια ως προπονητής. Φέτος προπόνησα την ομάδα Κ17 της SPAL και ήταν μια πραγματικά θετική χρονιά. Το λάτρεψα. Έχω πολλά να βελτιώσω, οπότε δεν βιάζομαι. Δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο στόχο αυτή τη στιγμή. Δουλεύω με νεαρούς παίκτες και το απολαμβάνω.

Στο μέλλον, ο στόχος μου θα ήταν να προπονήσω μια πρώτη ομάδα. Δεν ξέρω πού. Μαθαίνω ακόμη, έχω πολλά να βελτιώσω, αλλά το απολαμβάνω. Και πιστεύω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό».

Διαβάστε ακόμη...