Η «ανάκριση» των Ιταλών του Δικεφάλου: «Ο ΠΑΟΚ και ο κόσμος του μοιάζουν πολύ με τη Νάπολι»

Σκυτάλη στο ντοκιμαντέρ του Τζιανλούκα Ντι Μάρτζιο πήραν και οι Ιταλοί, Βολιάκο και Μπιάνκο, σε μία εφ΄όλης της ύλης συνέντευξη, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως ο ΠΑΟΚ και ο κόσμος του μοιάζουν πολύ με τη Νάπολι.
Πηγή: sdna.gr
Η «ανάκριση» των Ιταλών του Δικεφάλου: «Ο ΠΑΟΚ και ο κόσμος του μοιάζουν πολύ με τη Νάπολι»
Photo Credits: @PAOKFC

Για την απόφαση να βρεθεί για πρώτη φορά εκτός Ιταλίας μίλησε ο Αλεσάντρο Μπιάνκο, ο οποίος παραδέχθηκε πως:

«Στην αρχή το φοβόμουν λίγο... Πάντα ζούσα μακριά από το σπίτι, όμως το να φύγεις εκτός Ιταλίας, ειδικά για εμάς τους Ιταλούς, είναι λίγο δύσκολο γιατί μας αρέσει να μένουμε στο σπίτι. Μετά όμως είπα μέσα μου: “γιατί όχι;”».

Από εκείνο το «γιατί όχι;» ξεκίνησε μια ασπρόμαυρη περιπέτεια:

«Δεν γνωρίζω καλά τη Νάπολι, αλλά πιστεύω ότι η Θεσσαλονίκη της μοιάζει πολύ, τόσο ως πόλη όσο και ως πάθος. Ο Ολυμπιακός εδώ είναι λίγο σαν τη Γιουβέντους στην Ιταλία, ενώ ο ΠΑΟΚ μοιάζει με τη Νάπολι. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες, ακόμη και ως προς τον κόσμο».

Στη Θεσσαλονίκη, ο «Bianchino», όπως τον φωνάζουν, βρήκε αρκετούς Ιταλούς. Από το σκάουτερ Ματέο Σέρα μέχρι τον βοηθό του Ραζβάν Λουτσέσκου, Τζιανπάολο Καστορίνα. Ο πιο στενός δεσμός, πάντως, δημιουργήθηκε με τον Αλεσάντρο Βολιάκο: «Το να έχω τον Άλε μαζί μου ήταν σωτηρία στην αρχή, γιατί ήταν δύσκολα και δεν ήξερα καλά τη γλώσσα. Μπορούμε να πούμε ότι εμείς ήμασταν οι πρώτοι, φυτέψαμε τη σημαία. Τώρα φτιάχνουμε τη δική μας ιταλική… παροικία εδώ. Προς το παρόν, όλα πάνε εξαιρετικά».

Πώς ξεκίνησε όμως η ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο;

«Η πρώτη μου ανάμνηση με μπάλα ήταν στα γενέθλια του ξαδέλφου μου. Εκείνος ήταν μεγαλύτερος και έπαιζε ήδη ποδόσφαιρο, ενώ εγώ δεν ήμουν ιδιαίτερα φίλος του αθλήματος. Μετά από εκείνο το παιχνίδι με τους συγγενείς μου – τον πατέρα μου, τον θείο μου – διασκέδασα πολύ. Την επόμενη μέρα ζήτησα από τον πατέρα μου να με γράψει σε ακαδημία ποδοσφαίρου με τους φίλους μου. Από εκεί ξεκίνησαν όλα».

Κάτι που δεν γνωρίζουν πολλοί για τον Μπιάνκο, είναι πως κάθε φορά που μπαίνει στο γήπεδο, τον «συνοδεύει» τρόπον τινά ο παππούς του:

«Ο παππούς μου ήταν δεύτερος πατέρας για εμάς, για μένα, τα αδέλφια και τα ξαδέλφια μου. Οι γονείς μας δούλευαν και μεγαλώσαμε με τους παππούδες. Όταν έφυγε από τη ζωή αυτή την άνοιξη, ήταν ίσως το πιο δύσκολο χτύπημα της ζωής μου. Τώρα προσπαθώ να παίρνω δύναμη από εκείνον, ειδικά πριν από τους αγώνες».

Παρά τη νεαρή ηλικία του, ο Μπιάνκο σκέφτεται ήδη το μέλλον μετά το ποδόσφαιρο:

«Ο πατέρας μου δουλεύει 30 χρόνια στον χώρο των ακινήτων και πάντα μου άρεσαν τα σπίτια. Έβλεπα αγγελίες και του τις έστελνα. Όταν άρχισα να κερδίζω τα πρώτα μου χρήματα, μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Στην ουσία εκείνος δουλεύει, γιατί εγώ δεν έχω ούτε τον χρόνο ούτε τις γνώσεις. Κάνει τεράστια προσπάθεια και είμαι ευχαριστημένος. Πιστεύω ότι αυτό θα κάνω και στο μέλλον, όταν σταματήσω το ποδόσφαιρο».

Μέχρι τότε, καλλιεργεί και μια άλλη αγάπη:

«Δεν είμαι σεφ, αλλά η μαγειρική με χαλαρώνει. Ζω σχεδόν όλο τον χρόνο μόνος, οπότε πρέπει να βρίσκω τρόπους να περνάω τον χρόνο μου. Δεν μου αρέσει να παραγγέλνω συνεχώς, όπως πολλοί συμπαίκτες μου. Η κουζίνα μου άρεσε από την αρχή· σκέφτηκα ακόμη και να κάνω κάποια μαθήματα».

Βολιάκο: «Οφείλω τα πάντα στον Σίνισα Μιχαΐλοβιτς!»

Στην πρώτη ερώτηση για το πώς εξελίσσεται η περιπέτειά του στην Ελλάδα, πέρα από το «Είμαι καλά», ο Αλεσάντρο Βολιάκο ανέφερε: «Η οικογένειά μου είναι καλά και έχουμε προσαρμοστεί πολύ καλά».

Η εμπειρία με τον ΠΑΟΚ είναι κάτι νέο για τον Ιταλό στόπερ, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε διαφορετικό ποδοσφαιρικό στυλ:

«Έχω παρατηρήσει ότι σε σχέση με τα παιχνίδια στην Ιταλία υπάρχει λιγότερη τακτική, αλλά πολύ μεγαλύτερη ένταση. Πρέπει να ακολουθείς τον ρυθμό, να είσαι πολύ καλά προπονημένος και κυρίως συγκεντρωμένος, γιατί δεν υπάρχουν πολλά νεκρά διαστήματα».

Καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του έπαιξε το ενδιαφέρον του συλλόγου από νωρίς:

«Με έψαξαν σχεδόν από την αρχή της μεταγραφικής περιόδου. Ήταν επίμονοι και πειστικοί, μου έδειξαν αμέσως πόσο με ήθελαν. Έψαξα, ενημερώθηκα και αποφάσισα να δεχτώ».

Η νέα ζωή ξεκίνησε και με ένα χιουμοριστικό βίντεο στα social media, όπου έδειχνε πώς φτιάχνεται η πάστα:

«Ήταν διασκεδαστικό, με πείραξαν αρκετά». Η Ιταλία όμως του λείπει: «Όταν μπορούν έρχονται εδώ η οικογένεια και οι φίλοι μου, κι όταν μπορώ επιστρέφω εγώ. Μου λείπει πολύ η πατρίδα μου».

Δεν κρύβει τη συγκίνησή του όταν μιλά για τον Σίνισα Μιχαΐλοβιτς, πατέρα της συζύγου του:

«Πέρα από την οικογένειά μου, τη μητέρα, τον πατέρα και τα αδέλφια μου, με εκείνον και τη γυναίκα μου έζησα την αρχή της καριέρας μου. Έζησε όλες τις δύσκολες στιγμές μου και μεγάλωσα βλέποντας τις αξίες του».

Μιλώντας για την ασθένεια του Μιχαΐλοβιτς, τη δυσκολότερη περίοδο της ζωής του, εξηγεί τη δύναμη που πήρε από εκείνον:

«Όταν αντιμετωπίσαμε την αρρώστια, μου έδωσε επιπλέον δύναμη, παρότι ήταν η πιο σκληρή στιγμή της ζωής μας. Του οφείλω τα πάντα».

Πριν από έναν αγώνα με την Αταλάντα υπήρξαν στιγμές που πίστεψε πως δεν θα τα καταφέρει:

«Όταν φτάνεις τόσο κοντά, πρέπει πάντα να κάνεις κάτι παραπάνω». Και όταν τον ρωτούν τι του λείπει περισσότερο, απαντά αμέσως: «Τα απλά πράγματα. Να μυρίσω το άρωμά του ή να τον πάρω τηλέφωνο για μια συμβουλή. Στις δύσκολες στιγμές ήταν πάντα εκεί, έτοιμος να συμβουλεύσει ή και να με μαλώσει. Τα πιο απλά πράγματα».

Θυμάται και τα οικογενειακά καλοκαίρια στη Σαρδηνία, στο σπίτι της οικογένειας της συζύγου του:

«Περνούσαμε σχεδόν όλο το καλοκαίρι εκεί και η καλύτερη στιγμή ήταν όταν παίζαμε χαρτιά. Τα πιο απλά πράγματα. Είχε την ικανότητα να κάνει κάθε στιγμή μαγική». Από τότε που ο Μιχαΐλοβιτς έφυγε από τη ζωή, παραδέχεται πως: «Όλα είναι διαφορετικά».

Με τη σύζυγό του έχουν μια κόρη και έναν γιο. Σκεπτόμενος την κόρη τους, που ήταν πολύ μικρή όταν έχασε τον παππού της, χαμογελά: «Τον έζησε λιγότερο από έναν χρόνο και τον θυμάται σαν να τον γνώριζε για πάντα. Φιλά τις φωτογραφίες του, μιλά για τον παππού, όταν κλαίει τον ζητά. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Του είμαστε ευγνώμονες για όσα μας άφησε».

Ο γιος τους ονομάζεται Λεόνε Σίνισα, προς τιμήν του. Στα παιδιά του θέλει να μεταδώσει τις αξίες του: «Θα προσπαθήσω, αν και δεν θα είναι εύκολο, γιατί είχε τεράστια προσωπικότητα. Να είναι έντιμοι, να λένε την αλήθεια, να αναλαμβάνουν ευθύνες. Ελπίζω μαζί με τη γυναίκα μου να καταφέρουμε να τους δώσουμε αυτά τα μαθήματα».

Κλείνοντας, πώς φαντάζεται ο Βολιάκο τον εαυτό του σε 15 χρόνια;

«Ίσως να είμαι προπονητής, καλύτερος από τον ποδοσφαιριστή που είμαι τώρα», λέει γελώντας. Πάνω απ’ όλα όμως, εύχεται κάτι απλό: «Θα είμαι ευτυχισμένος αν έχω καταφέρει να δώσω σταθερότητα στην οικογένειά μου για το μέλλον».

Διαβάστε ακόμη...