Αντρέα Τρινκιέρι: Ο influencer με την κάβα (vids)

Ο νέος προπονητής του μπασκετικού ΠΑΟΚ καθιέρωσε τη λέξη όταν ήταν απολύτως άγνωστη και αναζητά την κλάση όχι μόνο στο παρκέ, αλλά κυρίως στη ζωή του.
Πηγή: sdna.gr
Αντρέα Τρινκιέρι: Ο influencer με την κάβα (vids)
Photo Credits: @acpaok

Ο Αντρέα Τρινκιέρι μπορεί να υπερηφανευτεί για πολλά πράγματα στη ζωή του. Ένα από τα λιγότερο γνωστά, και λιγότερο σημαντικά αν τον ρωτήσει κανείς, είναι ότι καθιέρωσε πολλά χρόνια πριν στον χώρο του ιταλικού μπάσκετ μια λέξη που τότε ήταν άγνωστη, αλλά τώρα βρίσκεται στα χείλη όλων: influencer.

To 2011 η ιταλική Λέγκα τον τίμησε με τον τίτλο του προπονητή της χρονιάς, για δεύτερη συνεχόμενη σεζόν. Τότε καθόταν στον πάγκο της Καντού. Στην σχετική εκδήλωση για να παραλάβει το βραβείο ο παρουσιαστής τον χαρακτήρισε generale, στρατηγό. Παίρνοντας το λόγο, ο Τρινκιέρι είπε ότι δεν βλέπει τον εαυτό του σαν στρατηγό που δίνει οδηγίες και διαταγές, αλλά σαν προπονητή που «επηρεάζει τους παίκτες» να πάρουν τις σωστές αποφάσεις στο παιχνίδι, στην καριέρα τους, στη ζωή τους.

Ένας μπασκετικός ινφλουένσερ, λοιπόν, είναι ο νέος προπονητής της ομάδας μπάσκετ του ΠΑΟΚ; Κάτι περισσότερο. Πολλοί παίκτες έχουν να λένε για την… πατρική στοργή με την οποία τους φέρεται. Δεν τους κάνει μόνο το τραπέζι, για να τους δείξει την αξία του καλού φαγητού. Έχει πάει μαζί τους σε μανάβικα, σε σούπερ μάρκετ, σε καταστήματα ρούχων, μέχρι και σε επιπλάδικα για την διακόσμηση του σπιτιού τους. Δεν τους επηρεάζει μόνο μέσα στο γήπεδο, αλλά προσπαθεί να τους μεταφέρει και την «κλασάτη» ζωή που ο ίδιος έχει επιλέξει να κάνει, γιατί την έμαθε από βρέφος.

Γεννημένος στις 6 Αυγούστου 1968 στο Μιλάνο, σε μια πόλη που συνδυάζει τη βιομηχανική πειθαρχία με την καλλιτεχνική υπερβολή, ο Τρινκιέρι μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η άποψη είχε αξία. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, η μητέρα του εκπαιδευτικός. Το σπίτι τους δεν ήταν αθλητικό, αλλά χώρος συζητήσεων. Εκεί έμαθε να μιλάει και να ακούει.

Δεν έγινε ποτέ μεγάλος παίκτης. Δεν είχε το ταλέντο, ούτε ίσως τη σωματική έκρηξη που απαιτούσε το επαγγελματικό μπάσκετ της Ιταλίας των ‘80s. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, περισσότερο για να ικανοποιήσει μια οικογενειακή προσδοκία παρά από προσωπικό πάθος. Το μπάσκετ όμως ήταν πάντα εκεί, ο ίδιος το χαρακτήρισε σαν δεύτερη γλώσσα του. Όταν ήλθε η ώρα, έκανε την επανάστασή του. Είπε ότι θα γίνει προπονητής μπάσκετ και έγινε.

Όσοι τον γνώρισαν νεαρό μιλούν για έναν άνθρωπο ανυπόμονο, με έφεση στην ειρωνεία και μια περίεργη ανάγκη να πηγαίνει κόντρα. Δεν ήταν ο τύπος που θα ακολουθούσε σιωπηλά. Ήθελε να εξηγεί το γιατί.

Η πορεία του στα γήπεδα ξεκίνησε στα 30 του, το 1998, από την Ολίμπια Μιλάνο σαν ασίσταντ κόουτς. Προτίμησε να παίξει αυτό το ρόλο, του συνδετικού κρίκου των ξένων παικτών με το προπονητικό επιτελείο, απότ ο να ξεκινήσει από πολύ χαμηλά. Αυτά που είδε και βίωσε για έξι χρόνια τον βοήθησαν να ανεβάσει το επίπεδό του, οπότε μόλις ανέλαβε τη Βανόλι το 2004 είχε τέτοια αυτοπεποίθηση, που αισθανόταν ήδη μεγαλύτερος από το κλαμπ.

Στην πρώτη γραμμή της προπονητικής βρίσκεται επί 22 χόνια. Τα πρώτα εννέα στην Ιταλία, με πετράδι του στέμματος την τετραετία στην ιστορική Καντού (2009-2013). Στα 13 χρόνια που ακολούθησαν μέχρι να συμφωνήσει με τον ΠΑΟΚ πέρασε από διάφορες χώρες, κάποιες τελείως αντίθετες με το προφίλ του: Ούνικς Καζάν στη Ρωσία, Μπάμπεργκ και Μπάγερν Μονάχου στη Γερμανία, Παρτίζαν Βελιγραδίου στη Σερβία, Ζάλγκιρις Κάουνας στη Λιθουανία. Όπου και να πήγε πήρε τίτλους.

Δεν φοβήθηκε τις ξένες χώρες. Ούτως ή άλλως η οικογένειά του είναι ο ορισμός της… πολυπολιτισμικότητας: Ο πατέρας του, παρά το ιταλικό του επώνυμο, έχει καταγωγή από τις ΗΠΑ και τον Παναμά, η μάνα του από την Κροατία με ρίζες της οικογένειάς της από το Μαυροβούνιο. Αυτή η κοσμοπολίτικη αύρα τον έχει ακολουθήσει και στη ζωή του. Έμαθε να εκτιμά ό,τι καλύτερο έχει να του προσφέρει ο κάθε τόπος, όχι μόνο σε επίπεδο απολαβών, αλλά και σε πολιτισμό.

Στην Ελλάδα, φυσικά, τον θυμόμαστε από την θητεία του στην εθνική ομάδα ανδρών to 2013 και την αποτυχία της ομάδας στο Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, είχε άλλες ιδέες από τις… συνηθισμένες τόσο για τη στελέχωση της ομάδας, όσο και στην κατανομή των ρόλων. Η Ελλάδα αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο, ενώ βάσει ρόστερ θεωρούνταν από τις καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης. Δεν είχε δεύτερη ευκαιρία. Αντικαταστάθηκε την επόμενη σεζόν αν και είχε συμβόλαιο εν ισχύ.

Στην προσωπική του ζωή, κρατά χαμηλούς τόνους. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά, τα οποία έχει φροντίσει να μεγαλώσουν μακριά από τη δημοσιότητα. Σε αντίθεση με την εκρηκτική του εικόνα στα παρκέ, στο σπίτι λέγεται πως είναι πιο ήρεμος, σχεδόν εσωστρεφής. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι η οικογένειά του είναι «το φρένο» του, η υπενθύμιση ότι ο κόσμος δεν τελειώνει σε ένα χαμένο παιχνίδι.

Αυτός ο διχασμός ανάμεσα στην δημόσια και την ιδιωτική εικόνα του είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του χαρακτήρα του. Στις συνεντεύξεις Τύπου μπορεί να γίνει καυστικός, σαρκαστικός, ακόμα και σκληρός. Έχει υπερασπιστεί παίκτες του με πάθος, αλλά έχει και επικρίνει δημόσια τη νοοτροπία τους όταν θεωρούσε ότι δεν ανταποκρίνονται. «Δεν με ενδιαφέρει αν είσαι σταρ. Με ενδιαφέρει αν είσαι ειλικρινής με την ομάδα», είχε πει κάποτε, προκαλώντας συζητήσεις.

Η ειλικρίνεια, όμως, είναι το κεντρικό του χαρακτηριστικό. Στη θητεία του στην εθνική ομάδα της Ελλάδας είχε δηλώσει πως «το ταλέντο χωρίς πειθαρχία είναι απλώς χαμένος χρόνος», μια φράση που πολλοί εξέλαβαν ως αιχμή για συγκεκριμένους παίκτες, αλλά εκείνος επέμεινε ότι μιλούσε γενικά. Δεν φοβάται να χαλάσει τη δημόσια εικόνα του για να υπερασπιστεί μια άποψη.

Παίκτες που συνεργάστηκαν μαζί του τον περιγράφουν ως απαιτητικό μέχρι εξάντλησης. Κάποιοι τον βρήκαν σκληρό. Άλλοι λένε πως τους βοήθησε να ωριμάσουν. Ένας πρώην αθλητής του είχε δηλώσει ότι «με τον Τρινκιέρι δεν μπορείς να κρυφτείς. Σε αναγκάζει να κοιταχτείς στον καθρέφτη». Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο του ταλέντο: δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο.

Στον ίδιο αρέσει να χρησιμοποιεί ιστορίες. Μιλά συχνά για την παιδική του ηλικία στο Μιλάνο, για τα κυριακάτικα τραπέζια, για την ιταλική κουλτούρα που θεωρεί ότι του έμαθε τη σημασία της κοινότητας. «Στην Ιταλία, το φαγητό δεν είναι απλώς φαγητό. Είναι σχέση», έχει πει. Και αυτή τη λογική μεταφέρει και στα αποδυτήρια. Η ομάδα, για εκείνον, είναι οικογένεια. Όχι πάντα αρμονική, αλλά πάντα δεμένη.

Σε προσωπικό επίπεδο, είναι γνωστό ότι διαβάζει πολύ. Ιστορία, πολιτική, λογοτεχνία. Δεν είναι ο κλασικός προπονητής που μιλά αποκλειστικά για pick and roll. Του αρέσει να συνδέει το μπάσκετ με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Έχει σχολιάσει κατά καιρούς την πίεση που δέχονται οι νέοι αθλητές από τα social media, τονίζοντας πως «οι σημερινοί παίκτες μεγαλώνουν με ένα κοινό που τους κρίνει πριν καν ενηλικιωθούν».

Αυτό ίσως πηγάζει από τη δική του εμπειρία ενηλικίωσης σε μια εποχή χωρίς ψηφιακό θόρυβο. Μεγάλωσε σε μια Ιταλία που άλλαζε, πολιτικά και κοινωνικά, και έμαθε να αμφισβητεί. Η αμφισβήτηση έγινε εργαλείο. Και η φωνή του, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, παραμένει χαρακτηριστική.

Την κλάση γνωρίζει να την αξιοποιεί, αλλά και την επιδιώκει. Πρωτοσέλιδο στον ιταλικό τύπο έγινε πριν λίγα χρόνια ότι αγόρασε ένα παλιό κτίριο στο κέντρο του Μιλάνου και έδωσε πολλά χρήματα για να το αναμορφώσει σε προσωπικό του χώρο. Στο υπόγειο δε διατηρεί μια από τις πιο αξιόλογες κάβες με σπάνια κρασιά που μπορείς να βρεις στη βόρεια Ιταλία.

Διαβάστε ακόμη...