Δημήτρης Γιαννούλης: Η πλήρης ανάλυση εν όψει της επιστροφής

Ο Δημήτρης Γιαννούλης επιστρέφει στο σπίτι του και το PAOK Analytics αναλύει, μέσα από τα δεδομένα της τελευταίας του διετίας στην Bundesliga και τη σύγκριση με τους υπόλοιπους αριστερούς μπακ του ΠΑΟΚ, τι προσθέτει στο παιχνίδι της ομάδας, ποια είναι τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του και ποια ερωτήματα θα κρίνουν την επιτυχία της δεύτερης θητείας του στον Δικέφαλο.
Δημήτρης Γιαννούλης: Η πλήρης ανάλυση εν όψει της επιστροφής
Photo Credits: @PAOKFC twitter

Πίσω από κάθε αγώνα του Δημήτρη Γιαννούλη με την Άουγκσμπουργκ, τα δεδομένα δείχνουν τη θέση του σε σχέση με την αμυντική γραμμή της ομάδας του. Σε 23 παιχνίδια, και στα 23, αγωνίστηκε μπροστά από τους υπόλοιπους αμυντικούς, κατά μέσο όρο 15 μέτρα πιο ψηλά. Κανένας από τους περσινούς αριστερούς μπακ του ΠΑΟΚ δεν έφτασε σε τόσο υψηλές θέσεις στο γήπεδο.

Τρία στοιχεία εξηγούν αυτή την εικόνα: το αγωνιστικό προφίλ του παίκτη μέσα από τους αριθμούς, όσα λείπουν σήμερα από την αριστερή πλευρά του ΠΑΟΚ και η κατάσταση των τριών ποδοσφαιριστών που ήδη βρίσκονται στο ρόστερ.

Το μοναδικό σημείο που δεν βασίζεται σε στατιστική ανάλυση αφορά το οικονομικό σκέλος της μεταγραφής. Η συμφωνία έκλεισε την Τρίτη 4 Αυγούστου με τριετές συμβόλαιο και τα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για ποσό από 3 έως 4 εκατομμύρια ευρώ, συν μπόνους. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του κειμένου προέρχονται από στατιστική ανάλυση.

Ο ΠΑΟΚ δεν απέκτησε απλώς έναν ακόμη αριστερό μπακ. Απέκτησε έναν ποδοσφαιριστή που, με βάση όσα έδειξε στην Bundesliga, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ολόκληρη η αριστερή πλευρά.

Οι βασικές συνθέσεις και οι μέσες θέσεις κάθε αγώνα δείχνουν δύο πράγματα: πού βρισκόταν κατά μέσο όρο η αμυντική γραμμή της Άουγκσμπουργκ και πού κινούνταν ο ίδιος.

Η Άουγκσμπουργκ αγωνίστηκε με διάταξη 3-4-2-1 στα 22 από τα 23 παιχνίδια. Ο Γιαννούλης κάλυπτε σταθερά ολόκληρη την αριστερή πλευρά, μπροστά από την τριάδα των στόπερ και ποτέ στην ίδια ευθεία με αυτούς.

Πίνακας με στατιστικά του Γιαννούλη και των πλάγιων μπακ του ΠΑΟΚ
Photo Credits: @PAOK Analytics

Η κλίμακα είναι 0-100 στο μήκος του γηπέδου, όπου οι 100 μονάδες αντιστοιχούν περίπου σε 105 μέτρα. Για όλους τους παίκτες χρησιμοποιείται η ίδια μεθοδολογία, με βάση τις μέσες θέσεις κάθε αγώνα.

Η διαφορά από τον Κένι δεν είναι τόσο μεγάλη σε απόσταση όσο στη συνέπεια. Ο Γιαννούλης δεν έπαιζε ψηλά στις περισσότερες αναμετρήσεις. Το έκανε σε κάθε παιχνίδι, επί 23 συνεχόμενες αγωνιστικές, σε ένα από τα πιο απαιτητικά πρωταθλήματα της Ευρώπης.

Παράλληλα, διατηρεί σχεδόν αποκλειστικά το πλάτος του γηπέδου. Το 87,5% των ενεργειών του καταγράφεται στην αριστερή λωρίδα, ενώ ο χρόνος του μοιράζεται σχεδόν ισόποσα ανάμεσα στο αμυντικό, το μεσαίο και το επιθετικό τρίτο (36%, 32% και 32% αντίστοιχα). Με άλλα λόγια, καλύπτει διαρκώς ολόκληρη την πλευρά, από τη μία περιοχή μέχρι την άλλη.

Βέβαια, στα δύο επίσημα παιχνίδια του Λίσι δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα μέσων θέσεων, επομένως δεν είναι δυνατή η σύγκριση με το ίδιο εργαλείο του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιείται η θέση. Διαθέσιμοι είναι μόνο χάρτες πατημάτων, όπου η βάση του αριστερού μπακ εμφανίζεται χαμηλότερα από εκείνη του δεξιού: ο Γκόμεζ πέρασε το 19% του χρόνου του στο επιθετικό τρίτο, ενώ ο Κένι το 37%.

Πρόκειται όμως για δείγμα μόλις δύο αγώνων, άρα δεν προσφέρεται για ασφαλή συμπεράσματα. Άλλωστε, χαμηλότερη μέση θέση δεν σημαίνει απαραίτητα λιγότερες προωθήσεις.

Η τελική πάσα που έλειπε από την αριστερή πλευρά

Τα στοιχεία εδώ είναι αρκετά καθαρά. Ανά 90 λεπτά συμμετοχής, με τα συνολικά λεπτά κάθε παίκτη να αναφέρονται δίπλα, προκύπτει η εξής εικόνα:

Πίνακας με στατιστικά του Γιαννούλη και των πλάγιων μπακ του ΠΑΟΚ
Photo Credits: @PAOK Analytics

Το ποσοστό επιτυχημένων σεντρών είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο. Ο Τέιλορ ολοκλήρωσε ολόκληρη τη σεζόν βρίσκοντας συμπαίκτη μόλις μία φορά στις 16 σέντρες. Ο Μπάμπα τα κατάφερε 9 φορές σε 68 προσπάθειες. Ο Γιαννούλης είχε 30 επιτυχημένες σέντρες σε 98 προσπάθειες — σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό επιτυχίας από τον Μπάμπα, σε ένα αισθητά πιο απαιτητικό πρωτάθλημα.

Η εικόνα είναι αντίστοιχη και στη δημιουργία. Ο Γιαννούλης παράγει μόνος του περισσότερες πάσες-κλειδιά ανά αγώνα από όσες παρήγαγαν μαζί ο Μπάμπα και ο Τέιλορ (1,61 έναντι 1,00).

Δύο διευκρινίσεις πριν από τη σύγκριση. Το widget περιλαμβάνει μόνο αγώνες πρωταθλήματος, γι' αυτό εμφανίζει λιγότερα λεπτά συμμετοχής από τον πίνακα. Επίσης, συγκρίνονται τρία διαφορετικά πρωταθλήματα: Bundesliga, Super League και Segunda División.

Η εικόνα του Μπάμπα δεν άλλαξε μέσα στη σεζόν, είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει

Λέγεται πως ο Μπάμπα επιβαρύνθηκε τόσο πολύ μέσα στη χρονιά ώστε στο δεύτερο μισό της σεζόν έπαιζε εμφανώς πιο συντηρητικά. Τα φυσικά δεδομένα από 24 πλήρεις αγώνες όμως δεν επιβεβαιώνουν αυτή την εκδοχή. Στο δεύτερο μισό της χρονιάς κάλυψε μόλις 0,7% λιγότερα χιλιόμετρα κατά μέσο όρο.

Μάλιστα, η κορυφαία του εμφάνιση σε φυσικές επιδόσεις ήρθε στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν, στις 17 Μαΐου απέναντι στον Παναθηναϊκό: 10,79 χιλιόμετρα, 22 σπριντ και η υψηλότερη τελική ταχύτητα που κατέγραψε σε ολόκληρη τη χρονιά.

Η πτώση στις επιδόσεις υπάρχει. Δεν εμφανίστηκε όμως απότομα μέσα στη σεζόν. Αποτυπώνεται στη σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές:

Πίνακας με στατιστικά του Μπάμπα Ράχμαν
Photo Credits: @PAOK Analytics

Δεν κατέρρευσε τον Φεβρουάριο. Τα δεδομένα δείχνουν ότι είχε ήδη ξεκινήσει τη χρονιά 7% έως 11% κάτω από τα επίπεδα των προηγούμενων σεζόν, ενώ η μέση θέση του στο γήπεδο είχε μετατοπιστεί περίπου 3,5 μέτρα πιο πίσω.

Παράλληλα, το αγωνιστικό του φορτίο ήταν ακραίο. Έπαιξε 3.801 λεπτά σε 47 συμμετοχές, με το 54% των αγώνων του να απέχει τέσσερις ημέρες ή λιγότερο από τον προηγούμενο. Υπήρξαν 16 περίοδοι με τρία παιχνίδια μέσα σε οκτώ ημέρες, ενώ τον Φεβρουάριο αγωνίστηκε σε τέσσερα συνεχόμενα 90λεπτα μέσα σε έντεκα ημέρες.

Σε ηλικία 32 ετών και με αυτή την επιβάρυνση, ο ΠΑΟΚ δεν χρειαζόταν απλώς ακόμη μία λύση για τη θέση. Χρειαζόταν έναν παίκτη που θα μπορούσε να μοιραστεί ουσιαστικά τα λεπτά και να μειώσει το φορτίο του Μπάμπα και να του δώσει ανάσες.

Ο Γκόμεζ ξεκινά χαμηλότερα, αλλά φτάνει στην ίδια ζώνη

Ο Τζόναθαν Γκόμεζ, ανήκει στον ΠΑΟΚ από το 2024 και επέστρεψε στις 30 Ιουνίου, μετά τον δανεισμό του στην Αλμπαθέτε.

Στα δύο παιχνίδια απέναντι στη Ντιναμό αγωνίστηκε και στα 180 λεπτά, με 89,6% ακρίβεια στις πάσες έναντι 80,2% του Μπάμπα, πέντε εύστοχες μεγάλες μεταβιβάσεις στις έξι προσπάθειες, χωρίς να χάσει κατοχή ή να υποπέσει σε φάουλ, ενώ μοίρασε και την ασίστ στο πρώτο γκολ της ρεβάνς.

Η μέση θέση του δείχνει έναν παίκτη που κινείται χαμηλότερα από τον Μπάμπα. Στην περίπτωσή του, όμως, ο μέσος όρος δεν περιγράφει ολόκληρη την εικόνα.

Τα δεδομένα δείχνουν πόσα από τα πατήματά του έγιναν στα τελευταία 17 μέτρα του γηπέδου, δηλαδή στη ζώνη της αντίπαλης περιοχής. Ο Γκόμεζ έφτασε εκεί στο 10% των ενεργειών του και στα δύο παιχνίδια. Ο Μπάμπα, σε 30 αγώνες της περσινής σεζόν, είχε αντίστοιχο ποσοστό 9,0%, με διάμεσο αγώνα το 9,3%.

Η κατανομή των κινήσεών του εξηγεί γιατί. Στην Τούμπα η μέση θέση του ήταν στο 45,1, ενώ η διάμεσος μόλις στο 39,7. Όταν ο μέσος όρος βρίσκεται αισθητά ψηλότερα από τη διάμεσο, αυτό συνήθως σημαίνει λίγες αλλά πολύ προωθημένες κινήσεις. Το πιο προωθημένο πάτημά του στα δύο παιχνίδια καταγράφηκε στο 94,1 και στο 94,7, δηλαδή μέσα στην αντίπαλη περιοχή.

Αυτό δείχνει ότι ο Γκόμεζ δεν είναι μπακ που αγωνίζεται μόνιμα ψηλά. Κρατά χαμηλότερη θέση, αλλά όταν βρει τον χώρο μπορεί να φτάσει εξίσου βαθιά με τον Μπάμπα. Η διαφορά είναι ότι το κάνει σε επιλεγμένες προωθήσεις και όχι ως μόνιμη συνθήκη του παιχνιδιού του.

Ο Γκρεγκ Τέιλορ κατέγραψε 1.225 λεπτά συμμετοχής, αγωνιζόμενος σε 18 από τα 55 παιχνίδια της ομάδας του και χάνοντας μόνο έναν αγώνα λόγω ίωσης.

Οι επιδόσεις του ανά 90 λεπτά είναι θετικές, όμως δύσκολα συγκρίνονται ευθέως με των υπόλοιπων, καθώς προέρχονται από περιορισμένο χρόνο συμμετοχής και κυρίως από παιχνίδια στα οποία επιλέχθηκε από τον προπονητή βάσει την σημασία και τη δυσκολία τους. Το στοιχείο που δεν επηρεάζεται από αυτό είναι η αποτελεσματικότητα στην τελική ενέργεια: μόλις μία επιτυχημένη σέντρα στις 16 προσπάθειες και κανένα γκολ.

Τα λεπτά του Γκόμεζ αφορούν τη σεζόν του με την Αλμπαθέτε, καθώς ο πίνακας περιλαμβάνει το σύνολο της αγωνιστικής χρονιάς κάθε ποδοσφαιριστή, ανεξάρτητα από την ομάδα στην οποία αγωνίστηκε.

Τι δεν προσθέτει ο Γιαννούλης

Δύο σημεία στα οποία δεν υπερέχει.

Το πρώτο αφορά την ασφάλεια στην κυκλοφορία της μπάλας. Η ακρίβεια στις πάσες του ήταν 71,3% την περασμένη σεζόν, η χαμηλότερη ανάμεσα στους τέσσερις αριστερούς μπακ της σύγκρισης. Ο Τέιλορ είχε 88% και ο Γκόμεζ 78%.

Ένα μέρος αυτής της διαφοράς εξηγείται από τον μεγάλο αριθμό σεντρών που επιχειρεί. Οι 98 σέντρες, μετρούν και αυτές ως πάσες, οπότε οι άστοχες αυξάνουν αναπόφευκτα και τις αποτυχημένες πάσες, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 36% των συνολικών λαθών του. Δεν εξηγούν, όμως, ολόκληρη την εικόνα.

Στη Νόριτς είχε 79,4% ακρίβεια στις πάσες. Στην Άουγκσμπουργκ έπεσε στο 77,6% την πρώτη του σεζόν και στο 71,3% τη δεύτερη. Η τάση είναι καθοδική και αξίζει να παρακολουθηθεί.

Το δεύτερο αφορά την φυσική κατάσταση και την διαθεσιμότητά του

Τη σεζόν 2025/26 καταγράφονται πέντε διαφορετικοί τραυματισμοί: δύο στους οπίσθιους μηριαίους, μία θλάση μυϊκής ίνας και ενοχλήσεις στον Αχίλλειο τένοντα, που συνολικά του κόστισαν δέκα αγώνες. Στα δεδομένα καταγράφεται και μία ακόμη περίπτωση τραυματισμού από τις 3 Ιουνίου, χωρίς καταγεγραμμένη ημερομηνία αποθεραπείας.

Δεν πρόκειται για χρόνιο πρόβλημα, αλλά για δέκα χαμένα παιχνίδια μέσα σε μία σεζόν. Σε ένα πρόγραμμα όπως αυτό μιας ελληνικής ομάδας που μπορεί να φτάσει τα 55 παιχνίδια, αυτό ενδέχεται να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα.

Τι μένει να απαντηθεί

Η πορεία του Γιαννούλη μέχρι την επιστροφή του στον ΠΑΟΚ έχει τη δική της αξία. Ο σύλλογος τον απέκτησε από τον Βατανιακό το 2014 αντί 20.000 ευρώ, τον παραχώρησε τέσσερις φορές δανεικό, τον επανέφερε στο ρόστερ και στη συνέχεια τον πούλησε στη Νόριτς έναντι 7,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Στο πρώτο του πέρασμα από την Τούμπα κατέγραψε 78 συμμετοχές, οι 71 ως βασικός, 6.552 λεπτά συμμετοχής, 10 ασίστ και διαφορά τερμάτων +60 όσο βρισκόταν στον αγωνιστικό χώρο. Πέντε χρόνια αργότερα επιστρέφει με κόστος περίπου το μισό από εκείνο της πώλησής του και έχοντας στο μεταξύ συμπληρώσει 34 συμμετοχές με την Εθνική Ανδρών.

Προσθέτει ακριβώς το στοιχείο που έλειψε περισσότερο από την αριστερή πλευρά του ΠΑΟΚ: δημιουργία από ψηλές θέσεις και σταθερή παρουσία στο επιθετικό τρίτο. Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά του από τον Γκόμεζ. Ο δεύτερος μπορεί να φτάσει εξίσου βαθιά, αλλά το κάνει επιλεκτικά, μέσα από συγκεκριμένες προωθήσεις. Ο Γιαννούλης λειτουργεί σταθερά σε αυτές τις ζώνες του γηπέδου.

Από εδώ και πέρα, τα βασικά ερωτήματα είναι δύο.

Το πρώτο αφορά τη διαθεσιμότητά του. Μετά τους πέντε τραυματισμούς της περσινής σεζόν, θα μπορέσει στα 30 του να αντέξει τον αγωνιστικό φόρτο που μέχρι σήμερα σήκωνε σχεδόν μόνος του ο Μπάμπα;

Το δεύτερο αφορά τον τρόπο παιχνιδιού που θέλει να εφαρμόσει ο Λίσι. Στα δύο πρώτα επίσημα παιχνίδια η αριστερή πλευρά λειτούργησε με χαμηλότερη θέση από ό,τι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Αν αυτή η εικόνα αποτελεί επιλογή του προπονητή ή απλώς προσαρμογή στα διαθέσιμα πρόσωπα, θα φανεί πολύ σύντομα.

Ο Δεκέμβριος πιθανότατα θα δώσει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Η πρώτη σταθερή ενδεκάδα του Λίσι ίσως απαντήσει το δεύτερο.

 

Τα αναλυτικά στοιχεία των παικτών και του ρόστερ είναι διαθέσιμα στο paokanalytics.gr.

Διαβάστε ακόμη...