Χρήστος Παπανικολάου: «Η αδελφοποίηση ΠΑΟΚ – Παρτιζάν στο πέρασμα των χρόνων»
SHARE:
Για την ιστορία πίσω από αυτή τη σχέση μίλησε ο Χρήστος Παπανικολάου. Ο άλλοτε αρχηγός της «ασπρόμαυρης» εξέδρας κλήθηκε από τους Σέρβους να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να παρουσιάσει τη διαδρομή μέσα από την οποία οι δύο πλευρές ήρθαν κοντά.
Μεταξύ άλλων, θυμήθηκε την πρώτη του επαφή με την Παρτιζάν και αναφέρθηκε στα γεγονότα που συνέβαλαν ώστε η σχέση αυτή να εξελιχθεί με τα χρόνια, ξεπερνώντας τα όρια του αθλητισμού.
Όπως ανέφερε σχετικά σε κείμενο του που δημοσιεύθηκε στη Σερβία:
«Ήμουν ακόμη μικρό παιδί όταν, μια μέρα στο δημοτικό σχολείο των Μενεμένης όπου φοιτούσα, ο δάσκαλός μας μάς ρώτησε για το οικογενειακό μας δέντρο και την καταγωγή μας.
Του απάντησα πως δεν γνώριζα πολλά για τον παππού μου, ο οποίος ήταν ήρωας της Αντίστασης και είχε πολεμήσει τους Ναζί στα βουνά της βόρειας Ελλάδας, αλλά και της Σερβίας, και η τύχη του οποίου μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστη.
Τότε ο δάσκαλος, εμφανώς συγκινημένος, μου είπε:
«Ξέρεις, Χρήστο, για ήρωες όπως ο παππούς σου υπάρχει στο Βελιγράδι ένας σύλλογος που έχει αφιερώσει το όνομά του ακριβώς σε αυτούς. Το όνομά του είναι Παρτιζάν Βελιγραδίου».
Χρόνια αργότερα, όταν είχα ήδη εξελιχθεί σε ένα από τα ηγετικά στελέχη του οπαδικού κινήματος του ΠΑΟΚ, ήρθα μέσω του ιταλικού περιοδικού «SuperTifo» σε επαφή με τον μελλοντικό μου αδελφό και φίλο, τον Ούρος Ράικοβιτς.
Οι απόψεις μας συνέπιπταν και ο εξαιρετικός χαρακτήρας του ήταν κάτι που σε κέρδιζε από την πρώτη στιγμή.
Ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος για τον ΠΑΟΚ και για όλους εμάς που αποτελούσαμε κομμάτι της οπαδικής του βάσης. Εκτός από την αδικία που βιώναμε από το κατεστημένο της Αθήνας, είχαμε να αντιμετωπίσουμε και τις εσωτερικές διαιρέσεις και την εσωστρέφεια που είχε προκαλέσει η ανοιχτή σύγκρουση με τον τότε πρόεδρο της ΠΑΕ ΠΑΟΚ.
Η επαφή με το εξωτερικό και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με μια τόσο δυνατή και δραστήρια οπαδική κοινότητα όπως οι Γκρόμπαρι της Παρτιζάν, έμοιαζε με μια ευκαιρία να ξεπεράσουμε τα δικά μας προβλήματα και να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, δημιουργώντας μια εντελώς νέα κατάσταση.
Ήταν ουσιαστικά η στιγμή κατά την οποία άρχισε να διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική προοπτική.
Αυτό ήταν αρκετό.
Και όταν είδα ότι φορούσαν και αυτοί ασπρόμαυρα, τους αγάπησα αμέσως και τους έβαλα στην καρδιά μου.
Η αρχική μας κινητήρια δύναμη ήταν η ανάγκη να εκφραστούν απόψεις που είχαν φιμωθεί τόσο από την εξουσία, η οποία, όπως ήταν φυσικό, έλεγχε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του Τύπου, όσο και από τις εκάστοτε διοικήσεις του συλλόγου μας, απλώς και μόνο επειδή οι συγκεκριμένες απόψεις δεν εξυπηρετούσαν τους στόχους τους.
Σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πολιτική ή ιδεολογική στόχευση, τουλάχιστον με την αυστηρή έννοια των όρων.
Δεν υπήρχαν ταξικοί, κοινωνικοί ή άλλου είδους περιορισμοί. Άνθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη και με κάθε πολιτική τοποθέτηση μπορούσαν να συμμετέχουν και πράγματι το έκαναν ενεργά. Ωστόσο, οι πολιτικές τους πεποιθήσεις παρέμεναν πάντοτε έξω από αυτή τη διαδικασία, καθώς είχαμε καταστήσει σαφές ότι η νέα «αρένα» που θέλαμε να δημιουργήσουμε δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πλατφόρμα έκφρασης τέτοιων αντιλήψεων.
Υπήρχαν, παράλληλα, θετικές προϋποθέσεις που προέκυπταν από την κοινή ιστορία της περιοχής των Βαλκανίων, την καταγωγή και τα σύμβολα του ΠΑΟΚ που παραπέμπουν στο Βυζάντιο, αλλά και από τα κοινά χρώματα των δύο συλλόγων, τα οποία, όσο ήπια κι αν είναι αυτή η σύνδεση, δημιουργούν ένα αίσθημα οικειότητας.
Υπήρχε επίσης η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και οι αξίες της, αλλά κυρίως η φιλοσοφία της, η οποία εστιάζει πρωτίστως στην υπακοή.
Η προσέγγισή μας, λοιπόν, βασίστηκε σε αξίες που ένας πραγματικός φίλαθλος και οπαδός πράγματι θεωρεί σημαντικές. Και, καθώς ο χρόνος απέδειξε ότι αυτές οι αξίες υπήρχαν πραγματικά, τελικός μας στόχος ήταν να εξασφαλίσουμε μια διαρκή αναγνώριση τόσο για το ίδιο το εγχείρημα όσο και για εμάς προσωπικά.
Με άλλα λόγια, το πρώτο πράγμα που εξετάζαμε ήταν αν ήμασταν πραγματικά συμβατοί ως άνθρωποι, αν υπήρχε η απαραίτητη χημεία ώστε να λειτουργήσουμε ως ομάδα και αν μπορούσαμε μέσα από τις πράξεις μας να αποδείξουμε τις αρχές και τις αξίες μας, τόσο ως άνθρωποι όσο και ως οπαδοί.
Με βάση αυτή τη στρατηγική, ο αρχικός κύκλος επαφών ήταν πολύ μικρός: εγώ και μερικοί φίλοι από τον πυρήνα του οπαδικού κινήματος του ΠΑΟΚ, καθώς και ο Ούρος με τους δικούς του φίλους από τον πυρήνα των «Γκρόμπαρι».
Ήταν συνειδητή επιλογή μας να προχωρήσουμε με αυτόν τον τρόπο. Ο Ούρος ήταν επί χρόνια μέλος του κινήματος της Παρτιζάν, όχι όμως ηγέτης του, όπως ήμουν εγώ εκείνη την εποχή. Αυτό ήταν σημαντικό, καθώς έπρεπε να αποδείξουμε μέσα από τις πράξεις και όχι μέσα από τα λόγια τις αξίες που θα μπορούσαν να μεταδοθούν στις επόμενες γενιές.
Με άλλα λόγια, δεν προσπαθήσαμε σε καμία περίπτωση να «επιβάλουμε» την ιδέα της αδελφοποίησης. Κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο και χωρίς νόημα.
Κατά κάποιον τρόπο, οραματιστήκαμε τη δημιουργία μιας νέας, ιδανικής κοινωνίας, τόσο ελκυστικής ώστε όλοι να θέλουν να αποτελούν μέρος της.
Αυτό, προφανώς, θα δημιουργούσε προβλήματα σε επίπεδο διαχείρισης.
Για τον λόγο αυτό θεωρήσαμε πως θα ήταν προτιμότερο να ακολουθήσουμε ένα μοντέλο ελεγχόμενης επέκτασης ως προς τον ρυθμό με τον οποίο θα εντάσσονταν νέα άτομα στην κοινότητα, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο από τη συμπεριφορά εκείνων που θα την… περικύκλωναν σταδιακά.
Μικρά και μεγάλα γεγονότα ενίσχυσαν αυτή την κοινότητα, η οποία απέδειξε ότι μπορούσε να αντέξει στον χρόνο.
Οι παράγοντες ήταν πολλοί. Αρκεί να αναφερθεί, για παράδειγμα, ότι όταν μια σερβική οικογένεια ερχόταν για διακοπές στην Ελλάδα, ένας Έλληνας πολίτης έπρεπε να υπογράψει στο τοπικό αστυνομικό τμήμα μια υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι ήταν αυτός που τους προσκάλεσε και αναλάμβανε απέναντι στο ελληνικό κράτος την ευθύνη ότι η οικογένεια δεν ερχόταν για παράνομη εργασία ούτε σκόπευε να παραμείνει παράνομα μόνιμα στην Ελλάδα.
Το ίδιο φαινόμενο υπήρχε και από την άλλη πλευρά, με ατελείωτες ουρές στο σερβικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, καθώς χρειαζόταν ακόμη και βίζα για την απλή διέλευση των συνόρων.
Πλέον, οι φίλοι μας, οι Παρτιζάνοι, είχαν κάποιον στον οποίο μπορούσαν να απευθυνθούν για βοήθεια και εμείς μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο.
Αυτή ακριβώς η διαδικασία, αλλά κυρίως το συναίσθημα ότι «δεν μπαίνω σε μια εχθρική, ύποπτη ή ακόμη και απλώς αδιάφορη χώρα», αλλά σε μια φιλική χώρα, όπου υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να με βοηθήσουν αν χρειαστεί, ανέδειξε τη μεγαλύτερη κοινή αρετή που μοιράζονταν οι δύο λαοί.
Την τιμή.
Μια αρετή που, ταυτόχρονα, αποτελεί και έναν από τους συνηθέστερους τρόπους με τους οποίους κάποιος μπορεί να αποκτήσει κακή φήμη.
Όλο αυτό δημιούργησε ένα τεράστιο αίσθημα ευφορίας και μια γενναιοδωρία που εκδηλωνόταν ακόμη και όταν αυτό που προσφερόταν προερχόταν από τους δικούς μας περιορισμένους πόρους.
Ένιωθες κάτι που δεν μπορεί ο καθένας να αισθανθεί. Υπερηφάνεια για το τίποτα; Αυτό θα μπορούσε να το πει κάποιος που δεν το έχει ζήσει, όχι όμως εκείνος που το βίωσε.
Γιατί η πραγματικότητα απέδειξε πως για κάθε καλή πράξη που προσέφερες, η άλλη πλευρά προσπαθούσε να σου την ανταποδώσει πολλαπλάσια.
Ίσως αυτή η ευφορία να οδήγησε ακόμη και σε μια μορφή εξιδανίκευσης, σε μια «αγιοποίηση» της μίας πλευράς από την άλλη, προκαλώντας μια τεράστια έκρηξη και μια διάχυτη αίσθηση αδελφοσύνης.
Σε αυτή τη διαδικασία, πολλές αθλητικές συναντήσεις λειτούργησαν ως σημεία ενίσχυσης και ανανέωσης της σχέσης. Κορυφαία στιγμή αποτέλεσε ο αγώνας μπάσκετ ανάμεσα στον Ερυθρό Αστέρα και τον ΠΑΟΚ, που διεξήχθη το 2006.
Είχαν προηγηθεί δεκάδες κοινά ταξίδια για ευρωπαϊκούς αγώνες, κοινές αντιπαραθέσεις απέναντι σε αντιπάλους και, γενικότερα, γεγονότα πρωτόγνωρα και μοναδικά, τα οποία από τη μία προσέλκυαν το ενδιαφέρον των οπαδών και από την άλλη μας έδιναν τη δυνατότητα να περάσουμε όμορφα.
Όλοι μας είχαμε αναπτύξει εξαιρετικές σχέσεις με τους αδελφούς και τις αδελφές μας και αυτό ήταν πλέον εμφανές και στον έξω κόσμο.
Στην ουσία, είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσαμε πλέον να μιλάμε απλώς για μια αδελφοποίηση, αλλά για τη δημιουργία μιας κοινότητας μέσα στην ευρύτερη κοινωνία στην οποία όλοι ζούμε ως πολίτες του κόσμου, με επιρροή σχεδόν σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να σε υποδεχθούν σε ένα εστιατόριο της Γερμανίας όταν πηγαίνεις να φας με την οικογένεια ή τους φίλους σου, μέχρι γάμους στην Αυστραλία στους οποίους συμμετέχουν μέλη των οικογενειών οπαδών και των δύο ομάδων.
Από την «εξειδίκευση» επαγγελματιών του τουρισμού και της εστίασης, για παράδειγμα στη Χαλκιδική, μέχρι τα πιο τολμηρά επιχειρηματικά εγχειρήματα στις δύο χώρες.
Από έμπρακτες εκδηλώσεις αλληλεγγύης, μέσω συγκέντρωσης χρημάτων ή ανθρωπιστικής βοήθειας μετά από φυσικές καταστροφές, πολέμους και απρόβλεπτα γεγονότα, μέχρι κοινές καλοκαιρινές κατασκηνώσεις για παιδιά οπαδών των δύο ομάδων.
Από τα πρόσθετα έσοδα για τους δύο συλλόγους, μέσω εισιτηρίων, εμπορικών προϊόντων και τηλεοπτικών συνδρομών — οι οποίοι εξακολουθούν να αποτελούν δημόσιες ανώνυμες εταιρείες — μέχρι τα έσοδα που δημιουργούνται για τις δύο πόλεις από την οικονομική δραστηριότητα που προκαλούν οι μετακινήσεις μεταξύ τους. Ένα ποσό που σε ετήσια βάση κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για κάτι μικρό, αν αναλογιστεί κανείς ότι το οπαδικό κίνημα του ΠΑΟΚ έχει περάσει περίπου τη μισή από την 63χρονη ιστορία του — από το 1963, όταν ιδρύθηκε επίσημα ο πρώτος σύνδεσμος φίλων του ΠΑΟΚ στη Νεάπολη — σε καθεστώς αδελφοποίησης με τους οπαδούς της Παρτιζάν.
Υπάρχουν, βέβαια, κανόνες και όρια.
Δεν εκμεταλλευόμαστε ο ένας τον άλλον, δεν προσβάλλουμε, δεν εκθέτουμε, δεν ταπεινώνουμε και ΠΟΤΕ δεν προδίδουμε ούτε εγκαταλείπουμε ο ένας τον άλλον.
Ο μεγαλύτερος φόβος μου ήταν κάποτε — και εξακολουθεί να είναι — μήπως κάποιος, κάποια στιγμή, εκμεταλλευτεί ανήθικα όλο αυτό. Μήπως πέσει σε λάθος χέρια.
Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε περιπτώσεις φθηνού κέρδους που έτυχε να αντιμετωπίσω πρόσφατα, όπως ένα κασκόλ από την μπουτίκ του ΠΑΟΚ που πωλείται έναντι 12 ευρώ σε κατάστημα στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης και ένα εμφανώς χαμηλότερης ποιότητας κασκόλ με τις επιγραφές «ΠΑΟΚ» και «Παρτίζαν», το οποίο πωλείται έναντι 28 ευρώ και γίνεται ανάρπαστο.
Μιλάω για πολύ σοβαρότερα ζητήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν.
Γι’ αυτό και κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω, θεωρώ καθήκον μου να απευθύνομαι στους νεότερους οπαδούς και των δύο ομάδων και να τους υπενθυμίζω πώς και γιατί δημιουργήθηκε όλο αυτό.
Οι προσδοκίες μας ξεπεράστηκαν κατά πολύ και, φυσικά, είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος γι’ αυτό.
Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι όλο αυτό θα εξελισσόταν σε κάτι τόσο μεγάλο».